Η έκφραση είναι - μόνη αυτή - για έναν καλλιτέχνη ο υπέρτατος και μοναδικός τρόπος ζωής.
Ζούμε γιατί εκφραζόμαστε.

"ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ"


Δεν υπάρχει αληθινή ηδονή, εκτός από εκείνη που δίνει η δημιουργικότητα. Είτε φτιάχνει κανείς μολύβια, είτε μπότες, είτε ψωμί, είτε παιδιά. Χωρίς δημιουργία δεν υπάρχει αληθινή ευχαρίστηση.
"ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΙ"

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Ο Πρίγκιπας Βάτραχος.....

Τον παλιό καλό καιρό, ζούσε ένας βασιλιάς που όλες oι θυγατέρες του ήταν πανέμορφες. Η μικρότερη όμως ήταν τόσο όμορφη, ώστε ακόμα κι ο ήλιος, που τόσα έχουν δει τα μάτια του, τη θαύμαζε κάθε φορά που αντίκριζε το πρόσωπο της.
Κοντά στον πύργο του βασιλιά ήταν ένα μεγάλο και σκοτεινό δάσος και μέσα στο δάσος, κάτω από μια γέρικη φλαμουριά, ανάβλυζε μια πηγή τις πολύ ζεστές μέρες. Η κόρη λοιπόν του βασιλιά πήγαινε στο δάσος και καθόταν να δροσιστεί πλάι στα νερά της. Γαι για να περνάει την ώρα της, είχε ένα χρυσό τόπι, που το πετούσε ψηλά και τό' πιανε πάλι. Το τόπι αυτό ήταν το πιο αγαπημένο της παιχνίδι.





Να όμως που μια φορά ήρθαν έτσι τα πράγματα και το χρυσό τόπι της ξέφυγε. Η βασιλοπούλα είχε σηκώσει ψηλά τα χέρια της για να το πιάσει αλλά ξαστόχησε κι αυτό κατρακύλησε στο χώμα κι έπεσε ίσια μέσα στα νερά της πηγής. Προσπάθησε να μην το χάσει απ' τα μάτια της, το τόπι όμως εξαφανίστηκε μέσα στα νερά. Η πηγή ήταν τόσο βαθιά, που δεν έβλεπες τον πάτο. Τότε η κόρη άρχισε να κλαίει κι έκλαιγε όλο και πιο δυνατά και παρηγοριά δεν είχε. 




Έτσι όπως έκλαιγε και χτυπιόταν, άκουσε ξάφνου μια φωνή να τη ρωτάει :
-" Τι έχεις, βασιλοπούλα μου, και θρηνείς τόσο σπαραχτικά, που κι από πέτρα να ήταν η καρδιά του ανθρώπου, θα ράγιζε; " Η πεντάμορφη γύρισε, και τι να δει; Ένας κακάσχημος βάτραχος είχε βγάλει το χοντρό κεφάλι του έξω από τα νερά και της μιλούσε με ανθρώπινη φωνή.
-" Αχ, εσύ είσαι, γέρο- βάτραχε », είπε.
-" Κλαίω για το χρυσό μου τόπι, που μού 'πεσε στο νερό ».
- " Ησύχασε κι άλλο μην κλαις ",αποκρίθηκε ο βάτραχος. « Εγώ θα σε βοηθήσω. Αλλά τι θα μου δώσεις, αν σου φέρω πίσω το χρυσό σου τόπι; »
- "'Ότι κι αν μου γυρέψεις, καλέ μου βάτραχε », απάντησε η βασιλοπούλα. « Τα φορέματα μου, τα μαργαριτάρια μου και τα πολύτιμα πετράδια μου, ακόμα και τη χρυσή κορόνα που φορώ ". Ο βάτραχος τότε είπε :" Δεν Θέλω ούτε τα φορέματα σου, ούτε τα μαργαριτάρια σου και τα πολύτιμα πετράδια σου, ούτε τη χρυσή κορόνα που φοράς, θέλω να μ' αγαπάς, να μ' έχεις φίλο σου και σύντροφο στα παιχνίδια σου. Να μ αφήνεις να κάθομαι δίπλα σου στο τραπέζι σου, να τρώω από το χρυσό πιατάκι σου, να πίνω απ' το ποτηράκι σου και να κοιμάμαι στο κρεβατάκι σου. Αν μου τα υποσχεθείς όλα αυτά, τότε θα βουτήξω ώς τον πάτο και θα σου φέρω πίσω το χρυσό σου τόπι ».






- « Αχ, ναι », είπε η βασιλοπούλα, " σου υπόσχομαι πως θα έχεις ό.τι θελήσεις. Φτάνει να μου ξαναφέρεις το χρυσό μου τόπι ». Μέσα της όμως σκεφτόταν : α Μα τι κουταμάρες είναι τούτες που λέει ο κακομοίρης ο βάτραχος . . . Αφού εδώ μόνο μπορεί να ζήσει, μέσα στο νερό, μαζί με τους άλλους βατράχους, φωνάζοντας βρεκεκέξ κουάξ κουάξ. Άκου να πιάσει φιλίες με τους ανθρώπους ! »
Ο βάτραχος όμως, μόλις πήρε το τάξιμο, βούτηξε με το κεφάλι κάτω στα νερά. Και πριν περάσει πολλή ώρα, ξαναβγήκε κρατώντας στο στόμα του το χρυσό τόπι στο χορτάρι πλάι στα χείλη της πηγής. Η κόρη, καταχαρούμενη που ξανάβρισκε το ωραίο της παιχνίδι, το άρπαξε στα χέρια της κι έφυγε τρέχοντας. « Περίμενε, περίμενε », φώναξε ο βάτραχος πίσω της. " Πάρε με κι εμένα μαζί σου, δεν μπορώ να τρέξω σαν εσένα ". Άδικα όμως ξεφώνιζε πίσω της βρεκεκέξ κουάξ κουάξ! Η βασιλοπούλα δεν τού 'δωσε καμιά σημασία. Τρέχοντας γύρισε στο παλάτι και ξέχασε αμέσως τον καημένο το βάτραχο, που άλλο δεν τού 'μενε να κάνει, παρά να γυρίσει και πάλι στα νερά της πηγής του. 






Την άλλη μέρα, μόλις κάθισε στο τραπέζι μαζί μετο βασιλιά και όλους τους παλατιανούς, μόλις άρχισε να τρώει απ το χρυσό της το πιατάκι, να σου ξάφνου, πλιτς πλατς, κάτι που ανέβαινε σερνόμενο τις μαρμάρινες  σκάλες του παλατιού. Κι όταν έφτασε πάνω, χτύπησε την πόρτα και φώναξε :
-« Βασιλοπούλα, μικρή βασιλοπούλα, άνοιξε μου ! » Η πεντάμορφη έτρεξε να δει ποιος  χτυπούσε. Αλλά όταν άνοιξε την πόρτα, αντίκρισε μπροστά της το βάτραχο. Αμέσως σφάλισε την πόρτα, τη μαντάλωσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και κάθισε πάλι στο τραπέζι. Η καρδιά της όμως είχε παγώσει από το φόβο. Ο βασιλιάς κατάλαβε ότι η μικρή του κόρη έτρεμε απ την τρομάρα της. Και τη ρώτησε :
-" Παιδί μου, τι φοβάσαι; Μην είναι κανένας γίγαντας, που χτύπησε την πόρτα μας, και θέλει να σε πάρει; »
- " Αχ, όχι, πατέρα », αποκρίθηκε εκείνη. « Δεν είναι γίγαντας.  Είναι ένας απαίσιος βάτραχος ».
- « Και τι θέλει ο βάτραχος από σένα; »
- "Αχ, πατέρα μου καλέ, χτες που ήμουνα στο δάσος κι έπαιζα πλάι στην πηγή, έχασα το χρυσό μου τόπι μέσα στα νερά. Έβαλα τα κλάματα, κι ο βάτραχος, που μ άκουσε, βούτηξε και μου τό 'φερε πίσω. Κι επειδή επέμενε πολύ. τού 'ταξα πως θά 'μαστε φίλοι. Δεν φανταζόμουνα πως θα μπορούσε να βγει και να ζήσει έξω απ το νερό. Να όμως που βγήκε και τώρα περιμένει να τον πάρω κοντά μου ». Τη στιγμή εκείνη η πόρτα χτύπησε πάλι κι ο βάτραχος φώναξε :
-"Βασιλοπούλα ‘ομορφη, του βασιλιά κόρη μικρή, έλα την πόρτα να μ ανοίξεις! Εχτές τι μού 'ταξες, δεν το θυμάσαι, στα δροσερά πλάι τα νερά; Βασιλοπούλα όμορφη, του βασιλιά κόρη μικρή, έλα την πόρτα να μ ανοίξεις! »
Ο βασιλιάς τότε είπε :
-" Όταν δίνεις το λόγο σου, πρέπει να τον κρατάς. Πήγαινε και άνοιξε του ».
Η βασιλοπούλα πήγε, λοιπόν, και του άνοιξε, κι ο βάτραχος μπήκε χοροπηδώντας και την ακολούθησε καταπόδι μέχρι  την καρέκλα της. Εκεί στάθηκε και φώναξε :
-" Σήκωσε με και πάρε με κοντά σου ". Η βασιλοπούλα δίστασε ώσπου ο βασιλιάς την πρόσταξε να το κάνει. Όταν ο βάτραχος βρέθηκε στην καρέκλα, ήθελε ν' ανέβει στο τραπέζι. Κι όταν ανέβηκε και στο τραπέζι, είπε στη βασιλοπούλα :
-" Σπρώξε τώρα πιο κοντά το χρυσό πιατάκι σου, για να φάμε μαζί ». Η όμορφη βασιλοπούλα έκανε πράγματι αυτό που της ζήτησε, αλλά φαινόταν πως το έκανε με κρύα καρδιά.
Ο βάτραχος καλόφαγε, εκείνη όμως δεν κατάφερε να καταπιεί μπουκιά. Τέλος της είπε :
-« Έφαγα και χόρτασα και τώρα είμαι κουρασμένος .  Πήγαινε με λοιπόν στην κάμαρα σου και στρώσε τα μεταξωτά σεντόνια στο κρεβατάκι σου, να πέσουμε για ύπνο ».
Η βασιλοπούλα έβαλε τα κλάματα. Ο κρύος βάτραχος την αηδίαζε. Ούτε να τον πιάσει δεν ήθελε. Όχι και να κοιμηθεί μαζί του στο ίδιο κρεβάτι! Ο βασιλιάς όμως θύμωσε και είπε :
-" Αυτόν που σε βοήθησε όταν είχες την ανάγκη του, δεν πρέπει μετά να τον ξεχνάς και να τον περιφρονείς ». Τότε τον πήρε κι εκείνη με τα δυο της δάχτυλα, τον ανέβασε στην κάμαρα της και τον άφησε σε μια γωνιά. Όταν όμως πλάγιασε στο κρεβατάκι της, εκείνος σύρθηκε κοντά της και της είπε :
-« Είμαι κουρασμένος, θέλω να κοιμηθώ στα πούπουλα όπως κι εσύ. Πάρε με κοντά σου, ειδαλλιώς θα το πω στον πατέρα σου ». Εκείνη τότε θύμωσε τόσο πολύ, που τον άρπαξε και τον πέταξε μ' όλη τη δύναμη της στον τοίχο :
-« Τώρα πια θα μ' αφήσεις ήσυχη, παλιο-βάτραχε! »Νά όμως που ξαναπέφτοντας ο βάτραχος, δεν ήταν βάτραχος πια. Ήταν ένα βασιλόπουλο με όμορφα, καλοσυνάτα  μάτια. Και με την ευχή του πατέρα της, αυτός έγινε άντρας της και σύντροφος της. Της διηγήθηκε τότε εκείνος πως μια κακιά μάγισσα τον είχε καταραστεί και κανείς δεν θα μπορούσε να τον σώσει απ' την κατάρα της, παρά μονάχα εκείνη η μικρή, η πανέμορφη βασιλοπούλα.





Την άλλη κιόλας μέρα, της έταξε, θα έφευγαν για το βασίλειο του. Κι έτσι τους πήρε ο ύπνος…

Ο πρίγκιπας βάτραχος 
(Παραμύθι των Αδελφών Γκριμ)

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Μια φορά και ένα καιρό......

..... στην μαγική μανιταροχώρα, μέσα σε ένα μικρό σπιτάκι, κάτω από το ένα τεράστιο μανιτάρι 







ζούσε ένα μικρό αγόρι και ο φίλος του  το σαλιγκαράκι "Ο κουμπής"!!!!







...... Συντροφιά τους πάντα οι πολύχρωμες πεταλούδες, οι οποίες βοηθούσαν τους μικρούς τους φίλους να μετρούν το ύψος των μανιταριών!!!



Μέχρι που στην μικρή τους μαγική χώρα έφτασαν τα ευχάριστα νέα.... κάπου στην μεγάλη πόλη που λέγεται Αθήνα θα γίνει μία έκθεση με θέμα " Ο Μαγικός Κόσμος των Παιδικών δωματίων" για κάποια μικρά πριγκιπόπουλα όπως έγραφε το χαρτί....





Οι πεταλούδες άρχισαν να χτυπούν χαρούμενες τα φτερά τους και να φωνάζουν με όση δύναμη είχαν "Γρήγορα.... κάντε γρήγορα, θα πάμε και εμείς στην έκθεση... και να είστε σίγουροι, θα βρούμε και εμείς μια μικρή θεσούλα σε κάποιο παιδικό δωμάτιο.... και αντί να μετράμε το ύψος των μανιταριών, θα κοιτάμε με προσοχή πόσο θα αναπτύσσετε το πριγκιπόπουλο!!!!" .....

Έτσι τα φιλαράκια αφού πρώτα έβγαλαν μια αναμνηστική φωτογραφία.....




ξεκίνησαν για τον μαγικό κόσμο!!!!


Με τα φιλαράκια από την μαγική μανιταροχώρα, αποφάσισα να κάνω την επιστροφή μου στην blogoγειτονιά.....  μια και οι απανωτές ιώσεις και ένα μικρό ατύχημα με το πόδι μου με κράτησαν αρκετό καιρό μακρυά!!!! 
Να ευχηθώ λοιπόν έστω και καθυστερημένα σε όλους σας Καλή Χρονιά γεμάτη υγεία, ευτυχισμένες στιγμές και όμορφες δημιουργίες, και να ευχαριστήσω τις φίλες που με θυμήθηκαν και μου έστειλαν τις ευχές τους και τα δωράκια τους!!!!!  






Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...